ήσκιος

ήσκιος
ο
1) прям. , перен. 'тень;

φοβάται καίτόν ήσκιο του — он боится даже своей тени;

2) призрак, дух, привидение;
3) кошмар (во сне); 4) воздействие, влияние (чьей-л. воли, силы духа); 5) присутствие, близость (являющаяся поддержкой)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "ήσκιος" в других словарях:

  • ήσκιος — ο 1. η σκιά, το σκοτεινό είδωλο αδιαφανούς σώματος το οποίο σχηματίζεται στο έδαφος ή σε άλλη επιφάνεια σε αντίθετη διεύθυνση από αυτήν που φωτίζεται 2. συνεκδ. ο σκιαζόμενος τόπος, το ήσκιωμα 3. μτφ. είδωλο φανταστικών πραγμάτων που δεν έχουν… …   Dictionary of Greek

  • ησκιώνω — [ήσκιος] 1. (μτβ. και αμετβ.) σκιάζω, απλώνω τη σκιά μου πάνω σε κάτι («η κληματαριά ησκιώνει την είσοδο») 2. (για σύννεφα) σκιάζω ή αποκρύπτω κάτι με τη σκιά μου 3. προκαλώ δυσάρεστη ατμόσφαιρα, καλύπτω κάτι με πέπλο ψυχικής ψυχρότητας («το… …   Dictionary of Greek

  • σκιά — Σκοτεινή ή μειωμένης φωτεινότητας περιοχή, που διαγράφεται πάνω σε μια επιφάνεια ανοιχτού χρώματος από την παρεμβολή ενός αδιαφανούς σώματος ανάμεσα στην επιφάνεια αυτή και σε μια φωτεινή πηγή. Η σκιά αυτή είναι σαφής στις διαστάσεις της, μόνο… …   Dictionary of Greek

  • ησκιάδα — η πυκνή σκιά, ήσκιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ήσκιος + επίθημα αδα (πρβλ. έβδομος > εβδομ άδα)] …   Dictionary of Greek

  • Камбисис, Яннис — Яннис Камбисис греч. Γιάννης Καμπύσης …   Википедия

  • αήσκιωτος — η, ο 1. αυτός που δεν έχει ή δεν κάνει σκιά 2. (για ανθρώπους) βαρύς, αντιπαθητικός, άχαρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + ησκιώνω < ήσκιος*. Η ετυμολογία δείχνει πως η ορθογραφία αΐσκιωτος (με ι ) δεν δικαιολογείται] …   Dictionary of Greek

  • αλαφρόησκιος — ια, ιο ο αλαφροήσκιωτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλαφρο * + ήσκιος] …   Dictionary of Greek

  • ανήσκιος — α, ο [ήσκιος] αυτός που δεν κάνει, δεν έχει σκιά …   Dictionary of Greek

  • ησκιερός — ή, ό σκιερός*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ήσκιος + κατάλ. ερος (πρβλ. δροσ ερός)] …   Dictionary of Greek

  • ησκιογλιστρώ — άω (ποιητ. τ.) γλιστρώ σαν ήσκιος, γλιστρώ χωρίς να γίνω αντιληπτός ή με μεγάλη ευκολία («τα σύννεφα... ησκιογλιστρούσαν στις πλαγιές θλιμμένα», Πορφύρ.) …   Dictionary of Greek

  • ησκιωτικός — ή, ό [ησκιώνω] 1. (για τόπο) σκιερός, σκιαζόμενος 2. (για πράγματα ή δέντρα) αυτός που απλώνει πυκνή σκιά 3. το ουδ. ως ουσ. το (η)σκιωτικό πονηρό, κακοποιό πνεύμα, ήσκιος («στα χαλάσματα βγαίνουν τη νύχτα ησκιωτικά») …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»